Images

dscn1358.jpg

Online Users

We have 8 guests online
Franchising - Νέα Απόφαση του Εφετείο Αθηνών PDF Print E-mail
Written by Administrator   
Saturday, 14 January 2012 13:24

Σας παραθέτουμε πολύ σοβαρή δικαστική απόφαση που εκδικάσθηκε από το Δικηγορικό μας Γραφείο και εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών στην οποία το δικάσαν δικαστήριο ουσιαστικά αντιγράφει όλα όσα αναφέραμε στις έγγραφες προτάσεις που καταθέσαμε στην δίκη.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο: ΕΦΕΤΕΙΟ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 2560
Ετος: 2011

Περίληψη

Σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) - Καταγγελία - Υπέρμετρη δέσμευση της οικονομικής ελευθερίας -. Καταγγελία σύμβασης δικαιόχρησης (franchising), λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης όσον αφορά τους όρους και τις συμφωνίες του ιδιωτικού συμφωνητικού της με την ενάγουσα. Κρίθηκε ότι η εν λόγω καταγγελία ήταν απολύτως δικαιολογημένη και έγκυρη, ενώ δεν αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ούτε είναι καταχρηστική. Η συνέχιση λειτουργίας από την εναγομένη ίδιας επιχείρησης χωρίς χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση των δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας της ενάγουσας όσο και την τεχνογνωσία της, κ.λπ. δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού. Η ρήτρα μη ανταγωνισμού στη σύμβαση δικαιόχρησης μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης συνεπάγεται υπέρμετρο περιορισμό της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας της εναγόμενης, είναι άκυρη και ως εκ τούτου δεν τη δεσμεύει, πλην, όμως, η ακυρότητα αυτού του όρου δεν μπορεί να επιφέρει την ακυρότητα όλης της σύμβασης, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτή δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος.

--------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο Απόφασης

ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα με την από 25-11-2006 αγωγή της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ιστορούσε ότι αντικείμενο των εργασιών της είναι η ίδρυση, διαμόρφωση, εκμίσθωση, μεταβίβαση ή παραχώρηση άδειας χρήσης στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλότριων ή ίδιων σημάτων, μεθόδων τεχνογνωσίας και μηχανημάτων σχετικών με το στεγνό καθάρισμα. 'Ότι κατέστη αποκλειστικός δικαιούχος για την Ελλάδα της τεχνογνωσίας του διεθνούς συστήματος στενού καθαρίσματος και πλυσίματος ρούχων «5 A sec», καθώς και του αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης του εμπορικού σήματος και διακριτικού τίτλου το οποίο έχει γίνει δεκτό με τη με αριθ. 3789/1995 απόφαση της ΔΕΣ καθώς και της χορήγησης αδειών χρήσης του σήματος και διακριτικού τίτλου περαιτέρω σε δικαιοδόχους του ως άνω συστήματος βάσει της από 1-9-1999 διεθνούς σύμβασης δικαιόχρησης.

Ότι στα πλαίσια της δραστηριότητας της αυτής συνεργάζεται ανά την Ελλάδα με αντιπροσώπους με συμβάσεις δικαιόχρησης (franchising) οι οποίοι λειτουργούν υπό το σήμα και διακριτικό τίτλο «5 A Sec» σύμφωνα με τις προδιαγραφές ποιότητας και εξυπηρέτησης του συστήματος. Ότι με την από 23-4-2003 έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε στην Αθήνα συμφώνησε με την εναγόμενη που διέθετε τη χρήση ενός καταστήματος στο Αργός επί της οδού ... να χρησιμοποιεί η τελευταία το σύστημα περιποίησης υφασμάτων, στεγνού καθαρίσματος και πλυσίματος ρούχων «5 A sec» και τα σήματα και διακριτικό τίτλο που το διακρίνουν και να εμφανίζεται στις συναλλαγές ως μέλος του δικτύου «5 A sec» στην περιοχή του Αργούς όπως αυτή οριοθετείται στον όρο Α παρ. 2 της σύμβασης. Ότι μεταξύ των άλλων στα άρθρα ΣΤ2 και Ζ22 της σύμβασης η εναγόμενη είχε αναλάβει την υποχρέωση να εκπληρώνει όλες τις προς την ενάγουσα οικονομικές της υποχρεώσεις και ειδικότερα να της καταβάλει καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους μόνιμο δικαίωμα (royalty) συνολικού ποσοστού 6% επί των καθαρών μηνιαίων πωλήσεων, που αναλύεται σε ποσοστό 4% επί των καθαρών μηνιαίων πωλήσεων ή ένα ελάχιστο ποσό 528 ευρώ καθώς και 2% ή ένα ελάχιστο ποσό 264 ευρώ ως συμμετοχή στη διαφημιστική προβολή της δικαιοδόχου μέσα σε χρονικό διάστημα πέντε εργασίμων ημερών από τη συμπλήρωση κάθε ημερολογιακού μήνα, πλην όμως η εναγόμενη ήδη από τον Ιούνιο του 2006 αρνείτο να της καταβάλλει το ως άνω ποσοστό με αποτέλεσμα η οφειλή της ήδη να ανέρχεται στο ποσό των 9.453,31 ευρώ, όπως αυτό αναλυτικά περιγράφεται στην αγωγή. Ότι περαιτέρω η εναγόμενη από τον Ιούλιο του 2003 παραβίαζε τους όρους της ως άνω σύμβασης με το να μην εφαρμόζει με απόλυτη συνέπεια τα συμφωνημένα σε αυτήν, να μην τηρεί τις προδιαγραφές ποιότητας, εμφάνισης λειτουργίας και παροχής των υπηρεσιών που υπαγορεύει το σύστημα και να μη διατηρεί επαρκώς εκπαιδευμένο προσωπικό που να φέρει πάντοτε την ενδυμασία που προβλέπει το σύστημα.

 Ότι ενόψει όλων των ως άνω παραβάσεων η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση με την από 23-8-2006 εξώδικη δήλωση -καταγγελία, η οποία επιδόθηκε την 1-9-2006 και κάλεσε την εναγόμενη όπως παύει να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται το εμπορικό σήμα, διακριτικό τίτλο, εμπορική επωνυμία και τα υπόλοιπα διακριτικά γνωρίσματα της ενάγουσας, να προβεί στην απόσυρση των καταχωρήσεων της επιχείρησης της από τους τηλεφωνικούς και επιχειρηματικούς καταλόγους, να αλλάξει την εσωτερική και εξωτερική της εμφάνιση και να συμμορφωθεί με τη συμβατική της υποχρέωση περί μη άσκησης μετασυμβατικού ανταγωνισμού για χρονικό διάστημα ενός έτους από την κοινοποίηση σε αυτήν της καταγγελίας. Ότι παρά το γεγονός ότι στο κεφάλαιο Η της συμβάσεως συμφωνήθηκε ότι απαγορεύεται ρητά στο δικαιοδόχο να θέτει σε λειτουργία ή να διατηρεί ο ίδιος σαν φυσικό ή νομικό πρόσωπο ανταγωνιστική (όμοια ή παρεμφερή) του Καταστήματος επιχείρηση εντός της περιοχής και για ένα χρόνο μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη της συμβάσεως, και ότι σε περίπτωση παράβασης από την εναγόμενη των απαγορεύσεων αυτών, η ενάγουσα θα δικαιούται να αξιώσει από αυτήν, ως ποινική ρήτρα ποσό ύψους 293,47 ευρώ για κάθε ημέρα, η εναγόμενη από την επίδοση της καταγγελίας σε αυτήν συνέχιζε να ανταγωνίζεται την ενάγουσα αθέμιτα χρησιμοποιώντας την τεχνογνωσία του συστήματος περιποίησης υφασμάτων, στεγνού καθαρίσματος και πλυσίματος ρούχων «5 A sec»παραβιάζοντας ευθέως το άρθρο 1 του ν. 146/1914. Με βάση το ιστορικό αυτό και αφού με τις πρωτόδικες προτάσεις περιόρισε παραδεκτά (αρθρ. 295, 297) τα κονδύλια της αγωγής από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά ζητούσε α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να παύσει και παραλείπει στο μέλλον να συμπεριφέρεται σαν δικαιοδόχος του συστήματος β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να απέχει από το να χρησιμοποιεί το κατάστημα (επί της οδού ...) όπου ασκούσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, για την παροχή ανταγωνιστικών υπηρεσιών δηλαδή με τις συμβατικές υπηρεσίες, για το χρονικό διάστημα ενός έτους από τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να απέχει από την άσκηση άμεσα ή έμμεσα ανταγωνιστικής επιχείρησης είτε σε καταστήματα του συστήματος στις περιοχές που αυτά λειτουργούν με συμβατικές αποκλειστικότητες, είτε εντός περιοχών που η ενάγουσα έχει κρατήσει για να δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά η ίδια για χρονικό διάστημα ενός έτους από τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης καθώς και να μην ενεργεί καμία πράξη ανταγωνιστική, βλαπτική ή δυσφημιστική για την ενάγουσα, δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 82.604,42 ευρώ το οποίο αναλύεται σε ποσό 9.453,31 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ληξιπρόθεσμες και απαιτητές συμβατικές οφειλές της εναγόμενης από την μεταξύ τους σύμβαση δικαιόχρησης, σε ποσό 38.151,11 ευρώ που αντιστοιχεί στις επιμέρους συμβατικές ποινικές ρήτρες από τη μεταξύ τους σύμβαση δικαιόχρησης (23.477,6 + 14.673,51) και σε ποσό 35.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη λόγω της αδικοπραξίας της εναγόμενης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, να απειληθεί κατά της εναγόμενης χρηματική ποινή 5.900 ευρώ και κατά του νόμιμου εκπροσώπου και διαχειριστή αυτής προσωπική κράτηση ενός έτους για κάθε παράβαση του διατακτικού της εκδοθησόμενης απόφασης.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε τη με αριθ. 6979/2007 οριστική του απόφαση με την οποία δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται αμφότεροι οι διάδικοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης με σκοπό να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή όσον αφορά την ενάγουσα και να απορριφθεί όσον αφορά την εναγόμενη. Με τη διαμορφωθείσα στις εμπορικές συναλλαγές αμφοτεροβαρή και διαρκή σύμβαση της δικαιόχρησης (γνωστή ευρύτερα ως franchising) οι συμβαλλόμενοι, δηλαδή ο δότης και ο λήπτης του franchising, αποβλέπουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο στη θέσπιση του νομικού πλαισίου, με το

οποίο ρυθμίζεται η μεταξύ τους συνεργασία. Ως franchise νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα και επωνυμίες, πινακίδες καταστημάτων, πρότυπα χρήσης, σχέδια, δικαιώματα αντιγραφής, τεχνογνωσίες ή διπλώματα ευρεσιτεχνίας προς εκμετάλλευση για τη μεταπώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες. Σύμφωνα με το με αριθμό 2790/1999 Κανονισμό της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1-6-2000 και αντικατέστησε τον με αριθμό 4087/1988 Κανονισμό της Επιτροπής της ΕΟΚ) και το κείμενο της Επιτροπής αναφορικά προς τις Οδηγίες επί των «κάθετων περιορισμών» (Guides on Vertikal Restaints), το οποίο συνοδεύει τον Κανονισμό αυτόν, η σύμβαση franchise ορίζεται ως συμφωνία, βάσει της οποίας ο δότης (franhisor) παραχωρεί στο λήπτη (franchisee) άδειες χρήσης και εκμετάλλευσης (licences) δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, τα οποία αναφέρονται σε εμπορικά σήματα ή πινακίδες, όπως επίσης και τεχνογνωσία για την πώληση και διανομή αγαθών ή υπηρεσιών. Στη σύμβαση δικαιοχρησίας (franchising) η εικόνα της επιχείρησης του λήπτη, όσον αφορά την επωνυμία, τα σήματα κ.λπ., ταυτίζεται με αυτήν του δότη. Ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας του franchising εκδηλώνεται τόσο στη διαμόρφωση του περιεχομένου της σχετικής σύμβασης, όσον και στον υψηλό βαθμό οργανωτικής ομοιομορφίας των επιχειρήσεων, οι οποίες μετέχουν στο franchising.

Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας στην οργάνωση των επιχειρήσεων, οι οποίες είναι εντεταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης. Έτσι, οι κύριες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ήτοι υποχρεώσεις δικαιοπαρόχου και δικαιοδόχου), που απορρέουν από τη σύμβαση franchising συνίστανται: Α) Εκ μέρους του δικαιοπαρόχου (δότη) στην υποχρέωση οργανωτικής και τεχνολογικής ένταξης του δικαιοδόχου (λήπτη) στο υπάρχον σύστημα (δίκτυο) διανομής. Εκδηλώσεις της βασικής αυτής υποχρέωσης του δότη αποτελούν οι επιμέρους υποχρεώσεις του για: Παραχώρηση στο λήπτη της χρήσης και εκμετάλλευσης του franchising, που αποτελείται από σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας (δηλαδή σήματα, διακριτικούς τίτλους, εμπορική επωνυμία κ.λπ.) και τεχνογνωσίας (δηλαδή ένα σύνολομη κατοχυρωμένων με ευρεσιτεχνία πρακτικών πληροφοριών, που προκύπτουν από την εμπειρία και από δοκιμές του δότη, είναι εμπιστευτικές, ουσιαστικής σημασίας και προσδιορισμένες). Διαρκής παροχή από το δότη υπηρεσιών υποστήριξης της επιχείρησης του λήπτη, όπως είναι η υποστήριξη του σε θέματα λογιστικής - φοροτεχνικής φύσης, μηχανοργάνωσης, προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών, οργάνωσης της επιχείρησης του. Διαρκής ανανέωση από το δότη της τεχνογνωσίας του και εφαρμογή νέων επιχειρηματικών και οργανωτικών μεθόδων εντός του συστήματος franchising, ούτως ώστε η λειτουργία του να ανταποκρίνεται διαρκώς στα νέα δεδομένα της αγοράς και η παροχή του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος στο λήπτη να είναι συνεχής. Επαναλαμβανόμενη περιοδικώς εκπαίδευση του λήπτη στις νέες μεθόδους λειτουργίας του συστήματος franchising, Β) Εκ μέρους του λήπτη (που συμμετέχει στο σύστημα διατηρώντας την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία του) στην υποχρέωση καταβολής στο δότη του συμφωνημένου τιμήματος. Εκδηλώσεις της βασικής αυτής υποχρέωσης του λήπτη αποτελούν οι επιμέρους υποχρεώσεις του για: Καταβολή ενός εφάπαξ ποσού ως «δικαίωμα εισόδου» (entry fee) στο δίκτυο και επιπλέον περιοδικών καταβολών ως αντάλλαγμα για την ένταξη του στο σύστημα, τη διαρκή του υποστήριξη και ως συνεισφορά στη κοινή διαφήμιση του συστήματος και δικτύου franchise. Συμμόρφωση με τις οργανωτικές αρχές, πρότυπα και τις εμπορικές μεθόδους του δότη και εν γένει του συστήματος και αξιοποίηση της προσωπικής του εργασίας, με στόχο την ενεργό υποστήριξη και προώθηση των πωλήσεων στο πλαίσιο συμβατικά προσδιορισμένης γεωγραφικής περιοχής.

Η υποχρέωση του λήπτη να προμηθεύεται από το δότη τα συμβατικά προϊόντα. Η υποχρέωση του για ενιαία εμφάνιση του καταστήματος του και για χρήση κοινής επωνυμίας. Η υποχρέωση του προς τήρηση του απορρήτου ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του δότη. Η υποχρέωση του να πωλεί τα συμβατικά προϊόντα μόνο στο χώρο της σύμβασης (ρήτρα καταστήματος), όπως επίσης να πωλεί τα συμβατικά προϊόντα μόνο σε τελικούς καταναλωτές ή άλλους λήπτες. Η υποχρέωση του λήπτη να μην πωλεί ανταγωνιστικά προϊόντα καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης. Η σύμβαση franchising συνεπώς, αποτελεί συγκερασμό περισσότερων συμβάσεων, υπό την έννοια ότι απαντώνται σε αυτήν ταυτόχρονα ουσιώδη στοιχεία περισσότερων συμβατικών τύπων, αποβλέπει, όμως, στη ρύθμιση μιας οικονομικά ενιαίας συναλλακτικής σχέσης. Από οικονομική άποψη η εν λόγω σύμβαση συνιστά τρόπο διανομής προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες, δηλαδή σύστημα προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών στην καταναλωτική αγορά (marketing), το οποίο έγκειται στη συνεργασία μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, που αναπτύσσουν τη δραστηριότητα τους σε διαφορετικές βαθμίδες της αγοράς, βασιζόμενες στη χρήση ενός κοινού διακριτικού γνωρίσματος και στην κατά ομοιόμορφο τρόπο εκμετάλλευση ενός συνόλου ειδικών γνώσεων, επιτρέποντας στον παραγωγό να εγκαταστήσει ένα σύστημα διανομής με την επωνυμία του ή το σήμα του αποφεύγοντας τις δαπάνες εγκατάστασης, ενώ ο δικαιοδόχος εκμεταλλεύεται την εμπειρία του δικαιοπαρόχου και διαθέτει με την έναρξη της επιχείρησης του προϋπάρχουσα πελατεία.

Έτσι, από τη φύση της δικαιόχρησης ως σχέσης διαρκούς συνεργασίας συνάγεται ότι η σύμβαση αυτή συνιστά σύμβαση-πλαίσιο, η οποία ρυθμίζει τις κύριες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων και αποτελεί μία μικτή σύμβαση στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) και η οποία, μη ρυθμιζόμενη ειδικώς από το νόμο, περιέχει τα στοιχεία περισσότερων επώνυμων συμβάσεων, όπως μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρο 638 επ. ΑΚ), παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρο 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρο 713 επ. ΑΚ). Χωρίς να αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων, που ρυθμίζουν το συγκεκριμένο είδος (μίσθωση, σύμβαση έργου, πώληση), γίνεται αποδεκτό ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι ο προσδιορισμός του χαρακτήρα, ο οποίος προέχει στην όλη συμβατική σχέση. Οι κανόνες, που διέπουν το τμήμα αυτό της σύμβασης, εφαρμόζονται πρωτευόντως στη συμβατική σχέση, οι δε κανόνες, που διέπουν τα υπόλοιπα τμήματα, δεν αγνοούνται, αλλά εφαρμόζονται συμπληρωματικώς [ΣτΕ 4490/2005 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 302/2006 ΔΕΕ 2006.513, ΕφΑΘ 9658/1995 ΔΕΕ 1996.154, Α. Γεωργιαδη, Νέες μορφές συμβάσεων της σύγχρονης οικονομίας, 1995, σ. 187 επ., Δ. Κωστάκη, To franchising και ο νέος Κανονισμός (ΕΚ) 2790/1999 της Επιτροπής, ΔΕΕ 2000.709 επ., Ι. Βούλγαρη, Οι συμβάσεις δικαιόχρησης, όπως προκύπτουν από τη διεθνή νομική πρακτική και λειτουργούν στις διεθνείς συναλλαγές, ΝοΒ 46.897, Κ. Αλεπάκου, Νομική φύση και ιδιαιτερότητες της σύμβασης δικαιόχρησης (franchising), ΝοΒ 43.933, Γ. Γιαννακάκη, Νομικό καθεστώς και πρακτική της σύμβασης δικαιόχρησης (franchising) στην Ελλάδα, ΔΕΕ 1997.1046). Προκειμένου για σύμβαση franchising ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου είτε με την έκτακτη καταγγελία της από τον αντισυμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο.

Σπουδαίο που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία franchising ορισμένου χρόνου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' αρχήν η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα μέρος καθώς και εκείνα τα περιστατικά τα οποία, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της σύμβασης καθιστούν κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για το ένα ή και αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τη συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας (βλ. Σουφλερό, Οι συμβάσεις στο ελληνικό δίκαιο και στο κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού, 1989, σ. 163 επ., ΕφΑΘ 236/2006 ΔΕΕ 2006,300). Κατά τις διατάξεις του πρώην άρθρου 85 της Συνθήκης Ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ήδη άρθρο 81), η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου (άρθρο 2 της από 28.05.1979 Συνθήκης Προσχώρησης, που κυρώθηκε με το νόμο 945/1979): 1) είναι ασυμβίβαστες με την Κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ Κρατών-Μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Κοινής Αγοράς και ιδίως εκείνες, οι οποίες συνίστανται: α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης των προϊόντων ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδύναμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, πρόσθετων παροχών, που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. 2) Οι απαγορευμένες δυνάμει του συγκεκριμένου άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες. 3) Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες στις εν συνεχεία προβλεπόμενες από την παράγραφο αυτή περιπτώσεις και με τις αναφερόμενες προϋποθέσεις. Σε εκτέλεση του προαναφερθέντος άρθρου 85 παρ. 3 της Συνθήκης της Ε.O.K., ο με αριθμό 4087/1988 Κανονισμός της Επιτροπής της Ε.Ο.Κ. για την εφαρμογή συμφωνιών franchise, θέσπιζε ομαδικές απαλλαγές των συμφωνιών franchising διανομής και υπηρεσιών, οι διατάξεις, όμως, του Κανονισμού αυτού, κατά τον οποίο απαγορευμένες ρήτρες και άρα αυτοδικαίως άκυρες ήταν κυρίως οι ρήτρες περί τοπικής προστασίας και οι ρήτρες για την εφαρμογή υποχρεωτικών τιμών από το δότη, δεν αφορούν συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν από την 1-6-2000 και εξής, αφού αυτές οι διατάξεις, κατά το άρθρο 12 του νέου Κανονισμού 2790/1999, εφαρμόζονται έως την 31-5-2000.

 Στο νέο, Κανονισμό 2790/1999, ο οποίος ισχύει από την 1-1-2000 και τέθηκε ήδη σε εφαρμογή από την 1-6-2000, όπως αναφέρθηκε ήδη, δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχη ρύθμιση και κάθετες συμφωνίες απαλλάσσονται, εφόσον: α) οδηγούν σε βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής και εξασφαλίζουν στους καταναλωτές δίκαιο τίμημα από τα κέρδη, που προκύπτουν, β) δεν περιλαμβάνουν ρήτρες, που περιορίζουν πολύ σοβαρά τον ανταγωνισμό και γ) το μερίδιο, που διαθέτει στην αγορά ο προμηθευτής (δότης στην συμφωνία franchising) δεν υπερβαίνει το 30%.

Αντίθετα, δίδεται πλέον προς το δότη ρητώς η δυνατότητα να επιβάλει μέγιστη τιμή πώλησης των συμβατικών αγαθών στον λήπτη (άρθρο 4 στοιχ. Α) Έτσι, προκειμένου να κριθεί εάν μία συμφωνία υπάγεται στις επιτρεπτικές διατάξεις του ως άνω Κανονισμού, θα πρέπει, προηγουμένως, μεταξύ άλλων, να διαπιστωθεί ότι μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ Κρατών-Μελών, καθώς επίσης και τον ανταγωνισμό  εταξύ επιχειρήσεων του ίδιου κοινοτικού κράτους, των οποίων το μερίδιο αγοράς υπερβαίνει το 30%, ιδίως εάν αυτές αποτελούν τη βάση δικτύου, που εκτείνεται πέραν από τα σύνορα του συγκεκριμένου Κράτους-μέλους. Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων Ι και 13 παρ. 1 και 4 του ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού» συνάγεται ότι: 1) Για την εφαρμογή του άρθρου 1 του ως άνω νόμου απαιτείται πράξη που α) επιχειρείται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές εργασίες, β) γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και γ) αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου που κατά γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση. 2) Για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διασχηματισμού απαιτείται α) επικράτηση του διασχηματισμού στις συναλλαγές και β) δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση. Ο διασχηματισμός κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 4 του ανωτέρω νόμου περιλαμβάνει τα εξωτερικά στοιχεία διαμόρφωσης και κυρίως το χρώμα ή συνδυασμούς χρωμάτων, τη συσκευασία ή το περικάλυμμα του εμπορεύματος και κάθε διακριτικό στοιχείο που έχει επικρατήσει στις συναλλαγές ως γνώρισμα του εμπορεύματος, είναι δε ικανό να διακρίνει τούτο από άλλα όμοια ή ομοειδή εμπορεύματα άλλης προέλευσης (ΑΠ 1803/2007 ΕΕμπΔ 2008. 377). Η υποχρέωση αποφυγής ανταγωνισμού μπορεί να γίνει και αντικείμενο ρητού όρου (ρήτρα) της σύμβασης. Η ρήτρα αυτή θεωρείται κατ1 αρχήν έγκυρη.

Όταν, όμως, περιορίζει τη μελλοντική επαγγελματική δραστηριότητα του ατόμου, το κύρος της ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού εξαρτάται από τη διάρκεια της ισχύος της, την έκταση της κατά τόπο, την επαγγελματική δραστηριότητα, που απαγορεύτηκε και την παροχή ανάλογης αντιπαροχής προς τη συμβατική δέσμευση. Με την έννοια αυτή μπορεί να συμφωνηθεί ότι απαγορεύεται η ανταγωνιστική δραστηριότητα είτε με τη μορφή ανταγωνιστικών πράξεων, είτε με τη μορφή της πρόσληψης σε άλλον ανταγωνιστή, είτε με τη μορφή της άσκησης όμοιας ανταγωνιστικής δραστηριότητας. Πάντως, ο σχετικός όρος της σύμβασης περί απαγόρευσης μελλοντικού ανταγωνισμού, μετά τη λήξη της σύμβασης, είναι έγκυρος και δεσμευτικός, εάν και εφόσον, βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης κάθε φορά περίπτωσης, αφενός δεν καταλύει τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το εξίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής και επαγγελματικής δράσης του ατόμου, αφετέρου δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των αρ. 178 και 179 ΑΚ, δηλαδή, δεν περιέχει υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του ατόμου και δεν αντίκεινται γενικώς στα χρηστά ήθη. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη κρίνεται από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ενόψει και του συνόλου των περιστάσεων, που τη συνοδεύουν. Συνεκτιμώνται, δηλαδή, τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του θεμιτού, τυχόν, σκοπού και οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής. Κάθε πρόσωπο, που έχει την ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας, έχει την εξουσία, με τη μορφή της φυσικής ευχέρειας να συνάπτει ενοχικές συμβάσεις ή να μη συνάπτει τέτοιες συμβάσεις ή να αποκρούει τη σύναψη τους. Η επαγγελματική ελευθερία δεν περιλαμβάνει μόνο την ελευθερία επιλογής και έναρξης ενός επαγγέλματος, αλλά και την απόφαση για συνέχιση, παύση ή αλλαγή του επιλεγέντος επαγγέλματος.

Η εξουσία αυτή αποτελεί έκφραση (έκφανση) του ατομικού δικαιώματος ανάπτυξης της προσωπικότητας με ελεύθερη επαγγελματική και κοινωνική δράση, χωρίς να υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι αντίκεινται στην ελευθερία επιλογής και άσκησης επαγγέλματος, που κατοχυρώνεται στο αρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Η διάταξη του αρ. 25 παρ. 3 του Συντάγματος περιορίζει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, όχι, όμως, χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος, που προστατεύει η διάταξη του αρ. 281 ΑΚ, αλλά μόνον εφόσον από την καταχρηστική άσκηση του βλάπτεται το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (ΟλΑΠ 48/1987, ΑΠ 167/1998 ΕλλΔνη 39.856. ΕφΛαρ 738/2001 ΕλλΔ 2003.529, Μιχ. - Θεοδ. Μαρίνου,

Η μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού στην εμπορική αντιπροσωπεία - συμβολή στην ερμηνεία του αρ. 10 π.δ. 219/1991, Δ.Ε.Ε. 2000, 31). Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυταριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία συστάθηκε με τη με αριθ. 10476/1995 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών ..., καταχωρήθηκε στο μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών με αριθμό 33832/04/Β/95/299 και δημοσιεύθηκε στο με αριθ. 4441/24-7-1995 ΦΕΚ Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης. Σκοπός της ενάγουσας είναι και η ίδρυση, διαμόρφωση, εκμίσθωση, μεταβίβαση ή παραχώρηση χρήσης καταστημάτων στεγνού καθαρισμού με την απόκτηση, μίσθωση ή ανέγερση αυτών και η εκμετάλλευση, μεταβίβαση παραχώρηση άδειας χρήσεως στην Ελλάδα και το εξωτερικό αλλότριων ή ίδιων σημάτων, μεθόδων τεχνογνωσίας και μηχανημάτων σχετικών με το στεγνό καθάρισμα. Με την από 1-9-1999 διεθνή σύμβαση δικαιόχρησης (International Master Franchise Agreement) της ενάγουσας με την εταιρεία DRY CLEAN INTERNATIONAL DCISA η πρώτη έγινε αποκλειστικός δικαιούχος MASTER FRANCHISE για την Ελλάδα της τεχνογνωσίας του διεθνούς συστήματος στεγνού καθαρίσματος και πλυσίματος ρούχων «5 A Sec» καθώς και του αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης του εμπορικού σήματος και διακριτικού τίτλου περαιτέρω σε δικαιοδόχους του ως άνω συστήματος «5 Α Sec». Η δικαιοπάροχος της ενάγουσας εταιρεία είναι δικαιούχος του υπ' αριθ. 121877 αλλοδαπού σήματος λεκτικού με απεικόνιση«5 Α Sec» το οποίο καταχωρήθηκε στο Υπουργείο Εμπορίου και έγινε δεκτό με την υπ' αριθ. 3798/1995 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων για τη διάκριση προϊόντων της κλάσης 37. Η ενάγουσα από την κατάρτιση της ως άνω 1-9-1999 διεθνούς σύμβασης δικαιόχρησης με την δικαιοπάροχο εταιρεία έχει ενεργοποιηθεί στο εμπορικό και καταναλωτικό κοινό σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια με τη δημιουργία καταστημάτων με τη μέθοδο ανάπτυξης του συστήματος franchising, ήτοι, την δημιουργία ενός εμπορικού δικτύου franchising με καταστήματα των ληπτών που συνδέονται μαζί της με επιμέρους συμβάσεις δικαιοχρησίας και προς τους οποίους παρέχει την απαραίτητη τεχνογνωσία στα πλαίσια μίας διαρκούς εμπορικής συνεργασίας με την παραχώρηση προς αυτούς της άδειας χρήσεως του «πακέτου» francchise, στο οποίο περιέχονται δικαιώματα βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας που αφορούν εμπορικά σήματα, διακριτικούς τίτλους, ιδιαίτερα διακριτικά γνωρίσματα και κυρίως η απαραίτητη εκ μέρους της τεχνογνωσία.

 Στα πλαίσια της ως άνω δραστηριότητας, η ενάγουσα, έχοντας το αποκλειστικό δικαίωμα να παραχωρεί άδειες σε οποιονδήποτε τρίτο να χρησιμοποιεί το ως άνω σήμα καθώς και το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης του διεθνούς συστήματος περιποίησης υφασμάτων, στεγνού καθαρίσματος και πλυσίματος ρούχων «5 A Sec», την 23-4-2003, κατάρτισε, έγγραφη σύμβαση δικαιόχρησης με την εναγομένη, δυνάμει της οποίας η τελευταία απέκτησε το δικαίωμα αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως του πακέτου franchising «5 A Sec» για την περιοχή του Αργούς όπου διατηρεί κατάστημα. Περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, η διάρκεια, της οποίας ορίσθηκε πενταετής, ήταν κυρίως η παραχώρηση προς την εναγομένη του δικαιώματος χρήσης ενός συστήματος περιποίησης υφασμάτων, στεγνού καθαρίσματος και πλυσίματος ρούχων «5 A Sec» συμπεριλαμβανομένης και της άδειας χρήσης και εκμετάλλευσης του σήματος και το διακριτικού τίτλου«5 Α Sec», η δε ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση του αποκλειστικού εφοδιασμού του καταστήματος της εναγόμενης με τα προϊόντα της επιχείρησης της. Κατά το με αριθ. Ε 4 και 5 όρο της σύμβασης η εναγόμενη, ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται τον απαραίτητο εξοπλισμό από την ενάγουσα ή από τους από αυτήν υποδεικνυόμενους τρίτους προμηθευτές.

Το κόστος του εξοπλισμού βαρύνει εξ ολοκλήρου την εναγόμενη ενώ η τελευταία έχει την ευχέρεια να προμηθευθεί τον ίδιο εξοπλισμό από άλλους προμηθευτές της δικής της επιλογής μόνον εάν επιτύχει καλύτερη τιμή αγοράς του, τουλάχιστον κατά 10%. Επίσης με τον όρο ΣΤ 2 και Ζ22 η εναγόμενη είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει καθόλη τη διάρκεια της σχέσης τους μόνιμο δικαίωμα (royalty) που ανέρχεται σε ποσοστό 4% επί των καθαρών πωλήσεων μηνιαίως ή ένα ελάχιστο ποσό 528 ευρώ, καθώς και 2% ή ένα ελάχιστο ποσό 264 ευρώ, ως συμμετοχή στη διαφημιστική προβολή της ενάγουσας, ενώ τα σχετικά ποσά θα έπρεπε να καταβάλλονται εντός 5 εργασίμων ημερών από τη συμπλήρωση κάθε ημερολογιακού μήνα, σε περίπτωση δε καθυστέρησης της καταβολής αυτής θα επιβαρύνεται τον εκάστοτε νόμιμο τόκο μέχρι την ημέρα της ολοσχερούς καταβολής του οφειλόμενου ποσού. Επιπλέον σύμφωνα με τα άρθρα Ζ2, Ζ4, Ζ6, Ζ7, Ζ11 και Ζ14 του συμφωνητικού η εναγόμενη έπρεπε να εφαρμόζει με συνέπεια τα προγράμματα, πολιτικές εξυπηρέτησης πελατείας, τεχνικές μεθόδους και μεθόδους παροχής των υπηρεσιών που της υποδείκνυε η ενάγουσα, να τηρεί τις προδιαγραφές ποιότητας, εμφάνισης, λειτουργίας και παροχής των υπηρεσιών που υπαγορεύει το σύστημα και να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε οι υπηρεσίες που παρέχει να αυξάνουν την φήμη και πελατεία του συστήματος και να συμμορφώνεται άμεσα με τις προφορικές ή έγγραφες υποδείξεις των οργάνων ελέγχου της ενάγουσας. Με τον όρο Λ 1 της σύμβασης ορίστηκε ότι παράβαση οποιουδήποτε όρου της σύμβασης, θεωρούμενων δε απάντων ως ουσιωδών από πλευράς του δικαιοδόχου θα δίδει το δικαίωμα στον δικαιοπάροχο να καταγγέλει αμέσως και αζημίως γι' αυτόν τη σύμβαση με απλή έγγραφη δήλωσή του, απευθυνόμενη προς τον δικαιοδόχο χωρίς προθεσμία και με άμεσα έννομα αποτελέσματα από της λήψης αυτής από το δικαιοδόχο.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η κατά τα άνω σύμβαση λειτούργησε ομαλώς μεταξύ των διαδίκων μέχρι τον Ιούνιο του 2003, οπότε η εναγόμενη αρνείτο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσοστό συμμετοχής της στο σύστημα (royalty) ποσού ύψους 8.695, 37 ευρώ μέχρι την 31-5-2006, το οποίο τελικά την 31-8-2006 ανήλθε στο ποσό των 9.453,31 ευρώ, ενώ από τον Ιούλιο του 2003 η εναγόμενη άρχισε να παραβιάζει τους όρους του συμφωνητικού και συγκεκριμένα την υποχρέωση να διατηρεί επαρκώς εκπαιδευμένο τεχνικό και διοικητικό προσωπικό, κατάλληλο από πλευράς εμπειρίας και δυνάμενο να ανταπεξέρχεται στις ανάγκες της συμβατικής λειτουργίας του καταστήματος, το οποίο (προσωπικό) να φέρει πάντοτε την ενδυμασία που προβλέπει το σύστημα «5 A Sec» και να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σύμβαση. Έτσι κατά σειρά καθιερωμένων επισκέψεων ελεγκτών της ενάγουσας στο κατάστημα της εναγομένης, στις 15-7-2003, 7-10-2003, 23-7-2004, 27-7-2005 και 16-11-2005, διαπίστωσαν σειρά παραλείψεων και ενδεικτικά αναφέρεται ότι το προσωπικό δεν φορούσε στολές με τα διακριτικά γνωρίσματα της ενάγουσας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι σιδερώστρες κρατούνταν κλειστές μέχρι τις 9:30 π.μ με αποτέλεσμα να ακυρώνεται η συνεχής ροή παραγωγής και η γρήγορη παράδοση, δεν τηρούνταν φύλλα σιδερωτή, δεν κόβονταν ταμειακές αποδείξεις, δεν ενημερώνονταν οι πελάτες για τις τρέχουσες προσφορές, δεν τηρούνταν οι προδιαγραφές σακουλοποίησης, καθώς και οι ώρες παράδοσης. Αποδεικνύεται, συνεπώς, εκ των ως άνω εκτεθέντων, τόσο η αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης όσον αφορά τους όρους και τις συμφωνίες του ιδιωτικού συμφωνητικού τους; όσο και η υπερημερία της για την καταβολή των οφειλόμενων ποσών κατά την ημέρα που είχε συμφωνηθεί. Και τούτο, διότι η εναγόμενη, από τον Ιούλιο του 2003 μέχρι 31-8-2006 δεν κατέβαλε το ύψος του χρηματικού ποσού στο οποίο ανερχόταν κάθε επιμέρους συμβατική της υποχρέωση (royalty) για τη συμμετοχή της στο σύστημα και δη έπαυσε να της καταβάλει το ποσοστό 4% επί των καθαρών μηνιαίων πωλήσεων της και το ποσοστό 2% για τη συμμετοχή της στη διαφημιστική της προβολή καθώς και 161,12 ευρώ που αφορά αγορά διάφορων υλικών από την ενάγουσα συνολικού ύψους 9.453,31 ευρώ> όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται στην εκκαλούμενη απόφαση, το ύψος του οποίου δεν αμφισβητείται από τις εκκαλούσες - εφεσίβλητες. Για το λόγο αυτό, η ενάγουσα με την από 23-8-2006 εξώδικη δήλωση -καταγγελία ιδιωτικού συμφωνητικού, που επιδόθηκε νόμιμα στην εναγόμενη την

1-9-2006 (σχ. η με αριθ. 9546/1-9-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου ...), κατάγγειλε τη σύμβαση, επικαλούμενη ως λόγους καταγγελίας την παράβαση από μέρους της εναγόμενης των παραπάνω όρων της σύμβασης αυτής που είχαν συμφωνηθεί πρωταρχικοί και ουσιώδεις, κάλεσε δε εντός δέκα ημερών από την επίδοση στην εναγομένη της εξώδικης δήλωσης, να αποστείλει με έξοδά της όλα τα έντυπα, αφίσες, εγχειρίδια λειτουργίας, καταλόγους, πινακίδες με τα διακριτικά γνωρίσματα του συστήματος και δικτύου Franchise 5 A Sec και γενικά όλο το έντυπο και λοιπό υλικό που της είχε χορηγήσει και χρησιμοποιούσε κατά τη λειτουργία της επιχείρησής της, να παύσει να χρησιμοποιεί και εκμεταλεύεται το εμπορικό της σήμα, διακριτικό τίτλο, εμπορική επωνυμία, τα λοιπά διακριτικά γνωρίσματα, τον ιδιαίτερο διασχηματισμό των καταστημάτων της, το λογότυπο της, την τεχνογνωσία της και γενικά όλα τα δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας της και να παύσει να εμφανίζεται ως λήπτης του συστήματος και δικτύου 5 A Sec, να αποσύρει τις καταχωρήσεις της επιχείρησής της από τους τηλεφωνικούς και επιχειρηματικούς καταλόγους, να αλλάξει την εσωτερική και εξωτερική εμφάνιση, διαμόρφωση και διακόσμηση του καταστήματος της, αφαιρώντας ή / και αλλάζοντας τους χρωματισμούς και τις επισκευές, καθώς και να αφαιρέσει τις επιγραφές με το διακριτικό τίτλο 5 A Sec, καθώς και να της καταβάλει άμεσα το οφειλόμενο τότε ποσό των 9.453,31 ευρώ, νομιμότοκα και τέλος να συμμορφωθεί με τη ρήτρα μη άσκησης ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης. Τα  αραπάνω γεγονότα συνιστούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σοβαρό λόγο καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εκ μέρους της ενάγουσας, δοθέντος ότι η εναγόμενη, από υπαιτιότητα της, δεν εκπλήρωσε τους ως άνω όρους της σύμβασης και τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει και ειδικώς την πρωταρχική υποχρέωση της να καταβάλει καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους μόνιμο δικαίωμα 4% επί των καθαρών μηνιαίων πωλήσεων του καταστήματος της και 2% για τη συμμετοχή της στη διαφημιστική δαπάνη, μέσα σε χρονικό διάστημα πέντε εργασίμων ημερών από την συμπλήρωση κάθε ημερολογιακού μήνα, καθώς και να παρέχει τις υπηρεσίες της, σύμφωνα με τις υποδείξεις της δικαιοπαρόχου εφαρμόζοντας με απόλυτη συνέπεια όλα τα προγράμματα, τις πολιτικές εξυπηρέτησης της πελατείας και τις τεχνικές μεθόδους.αλλά και τις μεθόδους παροχής των υπηρεσιών που υποδεικνύει η δικαιοπάροχος εξασφαλίζοντας την τάξη και την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος, κατά τα  ρότυπα που θέτει το σύστημα, διατηρεί επαρκώς εκπαιδευμένο τεχνικό και διοικητικό προσωπικό προς εξυπηρέτηση των πελατών του και γενικότερα να καταβάλει κάθε προσπάθεια, ώστε οι υπηρεσίες που θα παρέχει να αυξάνουν τη φήμη και πελατεία του συστήματος. Ενόψει τούτων, η καταγγελία έγινε για λόγους που αφορούν στο πρόσωπο της εναγομένης και δη για παραβάσεις υποχρεώσεων που η ίδια είχε αναλάβει στα πλαίσια της ως άνω συνεργασίας της με την ενάγουσα και είναι απολύτως δικαιολογημένη και έγκυρη, δεν αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ούτε είναι καταχρηστική, δοθέντος ότι η εναγομένη επέφερε με τη συμπεριφορά της κλονισμό της εμπιστοσύνης της ενάγουσας προς το πρόσωπο της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και μετά τη λύση της σύμβασης η εναγόμενη συνέχιζε να λειτουργεί ίδια επιχείρηση ήτοι στεγνό καθάρισμα, πλύσιμο και περιποίηση ρούχων στο ίδιο μίσθιο που την ασκούσε και  ατά τη διάρκεια της σύμβασης, Δεν αποδείχθηκε όμως ότι η εναγόμενη χρησιμοποιούσε και εκμεταλλευόταν τόσο τα δικαιώματα βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας της ενάγουσας όσο και την  εχνογνωσία της, των διαφημιστικών της εντύπων και γενικότερα το «πακέτου» franchise» του οποίου η άδεια χρήσης και εκμετάλλευσης της είχε παραχωρηθεί με βάση τη σύμβαση franchising από την ενάγουσα. Συνεπώς, δεν δημιουργήθηκε σύγχυση στους πελάτες της εναγόμενης. ούτε προκάλεσε την . εσφαλμένη εντύπωση ότι εξακολουθεί ακόμη να ανήκει στο δίκτυο franchising της ενάγουσας. Απλά  και μόνο η αθέτηση συμβατικών δεσμεύσεων, όπως η αθέτηση της ρήτρας μη ανταγωνισμού, μετά τη λύση της σύμβασης, δεν συνιστά, στην προκειμένη περίπτωση και πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, αφού δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι παραπάνω πρόσθετες περιστάσεις, απορριπτόμενης έτσι της βάσης της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού και τα συνεχόμενα με αυτήν υπό στοιχεία α, β και γ αιτήματα. Ακολούθως, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι όροι της σύμβασης που αναφέρονται α) στην καταβολή ποσού σαν συμμετοχή στην αόριστη διαφημιστική προβολή της εναγομένης, β) στην καταβολή αμοιβής για την τεχνική υποστήριξη και το δικαίωμα εισόδου στην αγορά, γ) στην υποχρέωση μονοπωλιακής προμήθειας υλικών από την ενάγουσα σε τιμές που εκείνη καθορίζει για συγκεκριμένα αγαθά δ) στην καταβολή ποινικής ρήτρας για τη μετά τη λύση της σύμβασης άσκηση ανταγωνιστική συμπεριφορά και την, από υπαιτιότητα της ιδίας, καταγγελία της σύμβασης, και δ) αυτόματη λύση της σύμβασης με την εκχώρηση, μεταβίβαση ή επιβάρυνση των μετοχών ή εταιρικών μεριδίων τα οποία θα έχουν σαν αποτέλεσμα τη μεταβολή της νομικής μορφής της επιχείρησης και την απώλεια ελέγχου της από τον δικαιοδόχο, συνιστούν ολοφάνερα υπέρμετρες και δυσβάστακτες δεσμεύσεις της συμβατικής ελευθερίας και δεν δικαιολογούνται στο πλαίσιο της σημερινής οικονομικής, κοινωνικής και συναλλακτικής πραγματικότητας, με συνέπεια, να είναι ολικά άκυρη η μεταξύ τους σύμβαση κατά τις διατάξεις των άρθρων 57,178 και 179 περ. α του Α.Κ. και 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Οι ως άνω ισχυρισμοί, που προβάλλονται ως ένσταση περί ακυρότητας της επίδικης συμβάσεως, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, κρίνονται απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, πλην του κατωτέρω αναφερομένου και αναλυόμενου όρου περί μη άσκησης ανταγωνιστικής δραστηριότητας της εναγομένης μετά την λύση αυτής και το συνεχόμενο με αυτόν αίτημα περί καταβολής ποινικής ρήτρας. Τούτο διότι η επίδικη σύμβαση δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 179 του Α.Κ., καθόσον η εν λόγω σύμβαση με βάση το παραπάνω περιεχόμενό της, δεν διαπνέεται μόνο από υποχρεώσεις για την εναγόμενη και μόνο από δικαιώματα για την ενάγουσα. Και τούτο, ενόψει του ότι από την επισκόπηση της προσκομιζόμενης και επικαλούμενης σύμβασης, η οποία εμπεριέχει, λόγω της ως άνω φύσης της, σημαντική δέσμευση της ελευθερίας της εναγόμενης η οποία υποχρεούται να ακολουθεί τις οδηγίες και εντολές της δικαιοπαρόχου της ως επικεφαλής του από αυτήν οργανωμένου συστήματος franchising αναλαμβάνοντας η ίδια τον επιχειρηματικό κίνδυνο, προκύπτει ότι αυτή είναι πλέγμα εκατέρωθεν με σαφήνεια διαγραφόμενων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, ώστε δεν θεσπίζονται με αυτήν μόνον υποχρεώσεις για την εναγομένη και δικαιώματα για την ενάγουσα.

Έτσι, όμως, δεν είναι δυνατόν, χωρίς άλλα περιστατικά, να θίγεται η οικονομική ανεξαρτησία και να επέλθει υπερβολική δέσμευση της δικαιοπρακτικής ελευθερίας της υπόχρεης εναγομένης προς εκπλήρωση των όρων της σύμβασης. Ούτε, τέλος, προσδιορίζεται η αξία της αντιπαροχής της ενάγουσας, ώστε συγκρινόμενων των εκατέρωθεν παροχών και αντιπαροχών να κριθεί εάν αυτές βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία υπό την έννοια της ανισότητας μεταξύ των παροχών αυτών που υπερβαίνει φανερώς το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει όφελος η ενάγουσα από την σύμβαση με ζημία εκείνης (Ολ.Α.Π. 714/1973, Α.Π. 1356/1998 ΕλλΔνη 40.303, Α.Π. 875/1982 ΝοΒ 31.1670, Α.Π. 497/1977 ΕλλΔνη 39.100). Ούτε οι όροι αυτοί, έρχονται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη, δηλαδή με τις ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστικότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (βλ. σχετ. με έννοια χρηστών ηθών ΑΠ 1019/2007 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα, συνάδουν με τη φύση της σύμβασης δικαιόχρησης, όπως έχει διαμορφωθεί από την πρακτική της αγοράς, οριοθετηθεί από το εσωτερικό και κοινοτικό δίκαιο όπως αναφέρθηκε στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, η οποία (σύμβαση δικαιόχρησης) εμπεριέχει κατά λογική αναγκαιότητα σημαντική δέσμευση της ελευθερίας της εναγόμενης δικαιοδόχου, καθότι η τελευταία εντάσσεται σε ένα σύστημα επιχειρήσεων, χαρακτηριζόμενο από απόλυτη ομοιομορφία και συνεπώς, είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του συστήματος και της ενάγουσας δικαιοπαρόχου, ως προς τις υπηρεσίες, που παρέχει στο κατάστημα της, την εμφάνιση αυτού, τα προϊόντα, που χρησιμοποιεί και γενικά όλα τα στοιχεία, που συνθέτουν την ουσία και την εικόνα του συστήματος προς τους καταναλωτές.

Οι υποχρεώσεις, που αναλαμβάνει η εναγόμενη με τους ανωτέρω όρους, είναι απόλυτα θεμιτές και εύλογες, καθότι αφενός κρίνονται απαραίτητες για τη διατήρηση της κοινής ταυτότητας, της ομοιομορφίας και της καλής φήμης του συστήματος δικαιόχρησης 5 A Sec, αφετέρου εξασφαλίζουν την προστασία της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας της ενάγουσας, τα οποία αποτελούν και την ουσία του συστήματος, από την εκμετάλλευση ανταγωνιστών και λοιπών τρίτων, άσχετων με το σύστημα, ενώ συνάδουν και με το ιδιαίτερο προσωπικό στοιχείο, που κυριαρχεί στη σύμβαση 5Α Sec, καθότι η ενάγουσα δικαιοπάροχος απέβλεψε στη συνεργασία με τη συγκεκριμένη αντισυμβαλλόμενη (εναγόμενη), στην οποία εμπιστεύτηκε το σύστημα δικαιόχρησης της και στις ιδιαίτερες ικανότητες και ιδιότητες της οποίας στηρίχθηκε, προκειμένου να επιτύχει την αποτελεσματικότερη ανάπτυξη του δικτύου καταστημάτων 5Α Sec και την προώθηση των προϊόντων και υπηρεσιών της στην αγορά (βλ. σχετ. και Η. Σουφλερός, Οι συμβάσεις franchising, στο ελληνικό δίκαιο και κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού, σελ. 121 επ.). Ειδικότερα, οι προμνησθέντες όροι περί εφοδιασμού των χρησιμοποιούμενων στην επιχείρηση της ενάγουσας υλικών από προμηθευτές επιλογής της εναγομένης είναι θεμιτοί και επιτρεπτοί, καθότι δικαιολογούνται από το εύλογο συμφέρον της τελευταίας να ασκεί έλεγχο στην προσφορά εμπορευμάτων από τη δικαιοδόχο, έτσι ώστε οι πελάτες του δικτύου να βρίσκουν σε κάθε λήπτη εμπορεύματα και υπηρεσίες της ίδιας στάθμης και ποιότητας, ενώ σε κάθε περίπτωση δε δεσμεύεται σε αδικαιολόγητο βαθμό η ελευθερία της εναγόμενης να συναλλάσσεται με προμηθευτές της δικής της επιλογής, καθότι της παρέχεται η δυνατότητα να αγοράζει προϊόντα από άλλους προμηθευτές, εφόσον εξασφαλίσει τιμές αγοράς κατώτερες κατά 10% τουλάχιστον από αυτές των υποδεικνυόμενων από την ενάγουσα προμηθευτών. Ακολούθως, όσον αφορά τον υπό Ζ.24 όρο περί υποχρέωσης διενέργειας τοπικής διαφήμισης εκ μέρους της εναγόμενης, ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς της τελευταίας έρχεται σε αντίθεση με τον υπό ΣΤ.2 όρο περί καταβολής μηνιαίων δικαιωμάτων από τη λήπτρια για συμμετοχή της στη διαφημιστική προβολή του συστήματος, οι ισχυρισμοί της εναγόμενης τυγχάνουν αβάσιμοι, καθότι ο υπό στοιχείο Ζ.24 όρος αφορά τη διαφημιστική

προβολή του συγκεκριμένου καταστήματος της εναγόμενης στη συμβατικά καθορισμένη περιοχή του Αργούς, ενώ ο υπό στοιχείο ΣΤ.2 στην πανελλήνια προβολή του συνολικού συστήματος, η οποία γίνεται από τη δότρια ενάγουσα. Η προβολή αυτή συμβάλλει στην καλή φήμη και προώθηση του συστήματος και η συμμετοχή της εναγόμενης στη σχετική δαπάνη είναι θεμιτή, καθότι και η ίδια επωφελείται από αυτήν, επιπλέον δε στην φήμη του συστήματος της ενάγουσας σε πανελλήνια κλίμακα απέβλεψε και η ίδια, προκειμένου να καταρτίσει την επίδικη σύμβαση. Όσον αφορά, ακολούθως, τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι στο κεφάλαιο ΣΤ προβλέπεται η υποχρέωση καταβολής από αυτήν δικαιώματος εισόδου στην αγορά και περιοδικών δικαιωμάτων για τεχνική εκπαίδευση και υποστήριξη, χωρίς να εξειδικεύεται σε τι συνίστανται αυτά, πρέπει να

απορριφθεί ως αβάσιμος καθότι, όπως παρατηρείται στη σύμβαση, σε αυτήν και ειδικότερα στο κεφάλαιο Ε, αναφέρεται επακριβώς σε τι συνίσταται το δικαίωμα χρήσης του συστήματος, όπως αυτό εξειδικεύεται στο κεφάλαιο Β παρ. 1 στοιχ. α και β, τι περιλαμβάνει η ένταξη της δικαιοδόχου στο σύστημα με την παροχή σε αυτήν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαίδευσης (Κεφάλαιο Ε.2 της σύμβασης) και σε τι συνίσταται η τεχνική υποστήριξη (Κεφάλαιο Ε. 3 της σύμβασης). Επιπλέον, η εναγόμενη, ως εκ της φύσεως της σύμβασης franchise συνεβλήθη σε αυτήν και συμμετείχε στο σύστημα δικαιόχρησης 5 A sec ως ανεξάρτητη επιχειρηματίας, διατηρώντας την οικονομική της αυτοτέλεια και επομένως, ήταν λογικό να φέρει η ίδια εξολοκλήρου τον επιχειρηματικό κίνδυνο αναφορικά με τα οικονομικά αποτέλεσμα της δραστηριότητάς της. Περαιτέρω και ο όρος Κ2 ο οποίος αναφέρει ότι οποιαδήποτε εκχώρηση, μεταβίβαση ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο μετοχών ή εταιρικών μεριδίων του δικαιοδόχου καθώς και μεταβολή της νομικής μορφής της επιχείρησης του θα έχουν ως αποτέλεσμα της υπαίτια εκ μέρους του δικαιοδόχου αυτόματη λύση της σύμβασης, εφόσον τα ως άνω έχουν σαν αποτέλεσμα την απώλεια του ελέγχου της εν λόγω επιχείρησης από το δικαιοδόχο, είναι απόλυτα θεμιτός και επιτρεπτός,αφού δικαιολογείται από το έντονο προσωπικό στοιχείο που κυριαρχεί στη σύμβαση franchising. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι οι ίδιοι ως άνω όροι δεν προσκρούουν στις διατάξεις του άρθρου 81 παρ. 1 της Συνθήκης Ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ούτε ότι έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, καθώς εν προκειμένω οι συμβληθείσες είναι δύο ανόμοιες επιχειρήσεις (η μεν εναγόμενη είναι προσωπική εταιρία με σκοπό τη λειτουργία στεγνοκαθαριστηρίου απευθυνόμενη στο καταναλωτικό κοινό, η δε ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με σκοπό την παραχώρηση αδειών εκμετάλλευσης και χρήσης του συστήματος franchises A sec, απευθυνόμενη σε εμπόρους, φυσικά και νομικά πρόσωπα), δραστηριοποιούνται σε διαφορετικό τόπο και αντικείμενο, καθώς και σε διαφορετικό επίπεδο αλυσίδας παραγωγής και διανομής, δεν υπάρχει στη μεταξύ τους σύμβαση συμφωνία περί νόθευσης του ελεύθερου ανταγωνισμού και η επίδικη σύμβαση δεν έχει την δυνατότητα να επηρεάζει κάποιο σημαντικό μέρος της σχετικής αγοράς, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα λήπτρια ελέγχει το 30% αυτής. Αντίθετα, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού (όρος Η.1), κατά το μέρος, που προβλέπει ότι απαγορεύεται στη δικαιοδόχο να θέτει σε λειτουργία ή να διατηρεί ανταγωνιστική (όμοια ή παρεμφερή) του καταστήματος επιχείρηση εντός της περιοχής και να αποκτήσει μετοχές ή μερίδια σε τέτοια επιχείρηση μετά τη λήξη ή τη για οποιονδήποτε λόγο λύση της σύμβασης και για το διάστημα ενός έτους, καθώς και να ασκεί έμμεσα ή άμεσα κατά τα ανωτέρω  νταγωνιστική

επιχείρηση είτε σε καταστήματα του συστήματος στις περιοχές, που αυτά λειτουργούν με συμβατικές αποκλειστικότητες είτε εντός περιοχών, που η δικαιοπάροχος έχει κρατήσει, για να δραστηριοποιηθεί η ίδια, για ένα έτος μετά τη λήξη της σύμβασης, δεν είναι έγκυρη, καθότι δεν προβλέπεται αντάλλαγμα για την ανάληψη αυτής της υποχρέωσης εκ μέρους της εναγόμενης και ως αντιστάθισμα της μεγάλης αυτής δέσμευσής της σε περίπτωση διακοπής της συνεργασίας της με τη δικαιοπάροχο, δεδομένου ότι η υποχρέωση δεν περιορίζεται στο συμβατικώς καθορισμένο κατάστημα επί της οδού ... στο Αργος, αλλά εκτείνεται σε μεγάλη περιφέρεια (όλη την πόλη του Αργους), με συνέπεια η εναγόμενη εταιρία και τα μέλη της να είναι αναγκασμένοι επί ένα έτος να μη δραστηριοποιούνται ή να δραστηριοποιούνται σε άλλη πόλη με αρνητικές οικονομικές και άλλες συνέπειες. Ο όρος αυτός καταλύει τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής και επαγγελματικής δράσης της εναγόμενης, είναι δυσβάστακτος για αυτήν και περιορίζει υπέρμετρα την οικονομική και επαγγελματική της ελευθερία, έρχεται δε σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, διότι περιέχει υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας της και αντίκειται γενικώς στα χρηστά ήθη, αφού την καταδικάζει σε αναγκαστική αδράνεια για ένα έτος, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαροχή, διότι όχι μόνο δεν προβλέπεται αποζημίωση για τον υπέρμετρο αυτόν περιορισμό, αλλά αντιθέτως επιβάλλεται ποινική ρήτρα ποσού 293,47 ευρώ ανά ημέρα σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης παράλειψης ανταγωνισμού (όρος Η.2, δεύτερο σκέλος).

Επομένως, ενόψει των συνθηκών της συγκεκριμένης υπόθεσης, η ρήτρα μη ανταγωνισμού μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης συνεπάγεται υπέρμετρο περιορισμό της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας της εναγόμενης, είναι άκυρη και ως εκ τούτου δεν τη δεσμεύει, πλην, όμως, η ακυρότητα αυτού του όρου δεν μπορεί να επιφέρει την ακυρότητα όλης της σύμβασης, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτή δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (ΑΚ 181). Εξάλλου και από την άποψη του Κανονισμού 2790/1999, αυτή η ρήτρα είναι άκυρη, αφού δε συνέχεται με την προστασία της τεχνογνωσίας, που μεταβιβάστηκε από τη δότρια στη λήπτρια ούτε περιορίζεται τοπικά, στο χώρο, όπου η τελευταία ασκούσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα κατά τη λειτουργία της σύμβασης. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας του όρου της από 23-4-2003 σύμβασης δικαιόχρησης μεταξύ των διαδίκων περί παράλειψης άσκησης ανταγωνισμού εκ μέρους της ενάγουσας για ένα έτος μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη της σύμβασης   καιόχρησης, καθώς και του συνυφασμένου με αυτόν όρου περί κατάπτωσης σε βάρος της ενάγουσας ποινικής ρήτρας ποσού 293,47 ευρώ ημερησίως σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης παράλειψης ανταγωνισμού (όρος Η.2, δεύτερο σκέλος), να απορριφθεί, όμως ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της από 23-4-2003 σύμβασης στο σύνολο της λόγω πρόσκρουσης αυτής στα χρηστά ήθη και στο άρθρο 81 παρ. 1 ΣυνθΕΚ. Όσον αφορά την ποινική ρήτρα ύψους 14.673,51 ευρώ που είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί σε περίπτωση που με υπαιτιότητα του δικαιοδόχου καταγγείλει τη σύμβαση ο δικαιοπάροχος, (όρος Μ 5 της σύμβασης) την οποία η εναγόμενη πλήττει ως άκυρη και επικουρικά ζητούσε τη μείωση της κατά το προσήκον μέτρο σημειώνονται τα εξής: Είναι συνηθέστατο φαινόμενο στις συμβάσεις franchising η συνομολόγηση ποινικών ρητρών προς εξαναγκασμό του οφειλέτη (in terrorem) για την εκτέλεση της σύμβασης.

Είναι λοιπόν δυνατό να συνομολογούνται ποινικές ρήτρες στα πλαίσια ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) ακόμη και δυσανάλογα μεγάλες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η ανάγκη της δικαστικής παρέμβασης για την προσαρμογή (μείωση) αυτής στο μέτρο που αρμόζει. Ο ισχυρισμός αυτός κατά το πρώτο μέρος του (περί ακυρότητας αυτού του όρου) κρίνεται απορριπτέος, ως μη νόμιμος, ενώ κατά το δεύτερο μέρος του (περί μειώσεως των υπέρμετρων ποινών), κρίνεται απορριπτέος προεχόντως, ως αόριστος, αφού η εναγόμενη, ως ασκούσα την αίτηση περί μείωσης της ποινής ως υπέρμετρης κατά την διάταξη του άρθρου 409 του Α.Κ., δεν επικαλέσθηκε, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για την κρίση του υπέρμετρου ή μη της ποινικής ρήτρας, περιστατικά εκ των οποίων παρίσταται υπέρμετρη η ποινή αυτή (Α.Π. 227/1991 Δ.Ε.Ν. 49.583, Α.Π. 303/1982 ΝοΒ 31.45, ΕφΑΘ 43/1996 Δ.Ε.Ε. 1998.196, ΕφΑΘ 8443/1995 ΑρχΝ ΜΖ.532). Πέραν δε τούτων, αφού η ποινική ρήτρα είναι άσχετη προς την ύπαρξη ή μη ζημίας του δανειστού και της έκτασής της και εν προκειμένω οι σχετικές συμφωνίες αποσκοπούσαν στην επίτευξη αποτελέσματος ανεξαρτήτως της ζημίας της ενάγουσας, ήτοι, στην αποκλειστική παροχή υπηρεσιών που συνέχονται με το σύστημα από το κατάστημα της εναγόμενης, την προώθηση αυτών εκ μέρους της και στην έγκαιρη καταβολή της εισφοράς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι έξω από τα συναλλακτικά ήθη η συνομολόγηση των ποινών σε ποσό υπέρμετρο της ζημίας, γεγονός που συντελεί ακριβώς στην αποτελεσματικότητα των σχετικών όρων. Συνεπώς, ο εν λόγω ισχυρισμός, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι λαμβανομένου υπόψη της έκτασης των συμβατικών παραβάσεων για τις οποίες συμφωνήθηκαν οι ποινές και το βαθμό του πταίσματος της εναγόμενης, το γεγονός της ωφέλειας που αυτή είχε εκ των παραβάσεων αυτών, το όφελος που προέκυψε από την συνέχιση της λειτουργίας του καταστήματός της στην ίδια γεωγραφική περιοχή και την αποδέσμευση αυτής από τη σύμβαση, το πληγέν και δικαιολογημένο συμφέρον της ενάγουσας και τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα που είχε γι' αυτή η μη εκπλήρωση της παροχής κατά τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνηθείσα στο ως άνω ποσό ποινή δεν είναι δυσανάλογα μεγάλη, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, προβάλλοντας την ένσταση μείωσης της. Τέλος πέρα από τις ως άνω συμβατικές παραβάσεις από μέρους της εναγόμενης, ουδεμία αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος της ενάγουσας, αποδείχθηκε και συνεπώς το κονδύλιο της αγωγής που αφορά επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. 

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί τα ίδια με αιτιολογίες βέβαια που εν μέρει αντικαθίστανται και συμπληρώνονται με τις αιτιολογίες της παρούσας (534 ΚΠολΔ), να κάνει δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή και να αναγνωρίσει ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 24.126,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και για τους λόγους αυτούς οι κρινόμενες εφέσεις με τις οποίες και με το σύνολο των λόγων τους τα αντίθετα υποστηρίζονται, πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμες και να κατανεμηθούν κατά ίσα μέρη με συμψηφισμό στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας λόγω της εκατέρωθεν κατ' ίσα μέρη ήττας και νίκης αυτών (άρθρα 176, 178 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων τις εφέσεις κατά της 6979/07 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Δέχεται κατά το τυπικό τους μέρος και απορρίπτει τις εφέσεις κατά το ουσιαστικό τους μέρος. Συμψηφίζει τις δικαστικές δαπάνες των διαδίκων για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι τους δικηγόροι στις ...

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ

--------------------------------------------------------------------------------

Λήμματα: Σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) ,Καταγγελία ,Υπέρμετρη δέσμευση της οικονομικής ελευθερίας

--------------------------------------------------------------------------------

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Δημοσίευση: ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ

--------------------------------------------------------------------------------

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ

Α/Α Νόμος Αριθμός Έτος Αρθρο Παράγραφος
1 « ΣΥΝΤΑΓΜΑ » 1975 25 3
2 « ΝΟΜΟΣ » 146 1914 13 1,4
3 « ΝΟΜΟΣ » 146 1914 1
4 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 713
5    ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ 2790 1999 12
6 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 648
7 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 638
8 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 361
9 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 281
10 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 181
11 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 179
12 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 178
13 « ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ » 174

 

Last Updated on Monday, 16 January 2012 19:43